Η αβάσταχτη ανυπαρξία του Κωνσταντίνου Κουκίδη…

Γράφει η ΤΖΕΝΝΥ Π. ΣΙΑΜΑΛΕΚΑ

ΑΘΗΝΑ 27 Απριλίου 1941, ώρα 8.30 το πρωί.
Ο Στάθης Αρβανίτης ήταν μόλις 7 χρονών κι ένιωθε κιόλας τα γεγονότα να τον βαραίνουν σαν να ήταν ενήλικας… Βλέπεις, άλλο δεν συζήταγαν στο σπίτι οι μεγάλοι, παρά μόνο για τους Γερμανούς. Τις τελευταίες μέρες ειδικά του Απρίλη στο σπίτι του επικρατούσε σιωπηλός πανικός! Οι πάντες ψιθύριζαν «τα τανκς είναι πολύ κοντά μας… Θεέ μου τι θ’ απογίνουμε; Θα επιτάξουν τα σπίτια μας, θα μας διώξουν από τις δουλειές μας, θα κλείσουν τα σχολεία, θα σηκώσουν από τις τράπεζες όλες τις οικονομίες μας»! Σ’ αυτό το τελευταίο οι Αθηναίοι επιβεβαιώθηκαν πλήρως από τα γεγονότα. Οι Γερμανοί εκτός όλων των άλλων μας καταλήστεψαν κιόλας. Πήραν ό,τι υπήρχε στις Ελληνικές Τράπεζες και όλο το χρυσό από την Τράπεζα Ελλάδος!
Το «Φέρτε πίσω τα κλεμένα», θάπρεπε να ακούγεται καθημερινά από τον Ελληνικό λαό, μπροστά στην είσοδο της Γερμανικής Πρεσβείας.
Ο Στάθης είχε βαρεθεί να τα ακούει όλα αυτά… Κι έτσι εκείνο το πρωινό της Κυριακής, που ήταν μάλιστα Κυριακή των Βαΐων, γλύστρισε αθόρυβα από την τραπεζαρία, όπου είχε σερβιριστεί το πρωινό, άφησε τον πατέρα του, τον θείο του και τον μεγαλύτερο αδερφό του, να συζητάνε περιπαθώς για τον πόλεμο, πήρε τ’ αυτοκινητάκια του κι ανέβηκε στην ταράτσα.
Εκεί ένιωσε πραγματικά χαρούμενος! Ούτε κάνα Γερμανό έβλεπε τριγύρω, ούτε πολυβόλα, μήτε μπότες και θυρεούς. Το πρωινό ήταν μοναδικό, λαμπρό, φωτεινό, πεντακάθαρο! Η ψυχοκόρη του διπλανού σπιτιού άπλωνε κιόλας τη μπουγάδα της…
Απέναντι, στο πλυσταριό της οικογένειας Μαγκάκη, η γάτα τους ευτραφής και καλομαθημένη, έπαιρνε τον υπνάκο της μέσα στην ξύλινη σκάφη. Και κάτω στο δρόμο τριγύρναγε ο Κυριάκος.
Ο 11χρονος Κυριάκος Γιαννακόπουλος ήταν ο μικρός Γαβράς της Πλάκας. Όλοι τον γνώριζαν κι όλοι τον αγαπούσαν. Γεννημένος στο Θησείο, ορφανός από πατέρα, βοηθούσε την οικογένειά του πουλώντας τσιγάρα στα μικρά στενά δρομάκια της Πλάκας, στ’ Αναφιώτικα, στον Κεραμικό… Είχε μια ξύλινη τάβλα με την πραμάτεια του και μ’ ένα λουρί την κρεμούσε στο λαιμό του. Τα τσιγάρα τα πουλούσε χύμα… Γιατί για ν’ αγοράσεις πακέτο από το περίπτερο εκείνη την εποχή θάπρεπε να είσαι «ευκατάστατος»!
Ο Στάθης ξέχασε για λίγο τ’ αυτοκινητάκια του κι έμεινε αφηρημένος να παρατηρεί ολόγυρα.
Φραπ – φραπ, το παιδί για μια στιγμή τρόμαξε! Ένα σμήνος από μεγάλα πουλιά, μαύρα σηκώθηκε απότομα από τη μεριά της Ακρόπολης και πέταξαν προς τη θάλασσα.
Ο Στάθης κοίταξε την κορυφή του βράχου. Το αεράκι σαν νάφερνε σκόρπιες κουβέντες, από ψηλά… Αντρικές φωνές που όμως δεν μιλούσαν Ελληνικά… Το παιδί γεμάτο απορία «τσουλουφιάστηκε»…
Το σπίτι του ήταν σιμά στην ακρόπολη. Δυο στενά πιο κάτω από την Θρασύλλου. Η ώρα είχε πάει 9 παρά τέταρτο, νωρίς ακόμα για νάχουν ανέβει επισκέπτες!
Ξαφνικά ένα σώμα! Ένα ανθρώπινο σώμα εκσφενδονίστηκε στο κενό. Η καρδιά του Στάθη χτύπησε δυνατά. Θέλησε να φωνάξει μα φωνή δεν έβγαινε. Ο άνθρωπος χτύπησε με δύναμη στα βράχια κι από κει εντινάχτηκε στο δρόμο στην οδό Θρασύλλου…
Για μερικά δευτερόλεπτα ακολούθησε νεκρική σιωπή. Κι ύστερα ακούστηκαν φωνές… και στο μέρος της πτώσης μαζεύτηκε κόσμος.
Ο Στάθης κατέβηκε τρέμοντας την σιδερένια εξωτερική σκάλα – σαλίγκαρο, για να το πει στον πατέρα του.
– Ήταν με μια σημαία τυλιγμένος, τραύλισε κι ανάσα δεν μπορούσε να πάρει…
Ησύχασε παιδί μου, ησύχασε πιες λίγο νερό.
Ο πατέρας του δεν φάνηκε να τον πολυπιστεύει. Εξάλλου, τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια.
Το ραδιόφωνο είχε σιγήσει. Οι Γερμανοί κατέβαιναν αγέρωχοι την Κηφισίας και οι Αθηναίοι το λιγότερο, που μπορούσαν να κάνουν, ήταν να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους.
***
– Τζίφος σήμερα, σκέφτηκε ο 11χρονος Κυριάκος Γιαννακόπουλος. Έχω μια ώρα στο δρόμο και δεν έχω κάνει σεφτέ. Πού πήγαν όλοι; Άδεια τα καφενεία… Γιατί ο παπα – Γιώργης δεν βάρεσε την καμπάνα στην Αγία Ειρήνη; Έρχονται οι Γερμανοί σου λέει… Κι επειδή έρχονται οι ξανθομούρηδες, δεν θα φουμάρει κανένας;
Ο Κυριάκος δεν ήξερε προς τα πού να πάει. Έξησε για λίγο το κουρεμένο με την ψιλή κεφάλι του, τράβηξε το επιμελώς μπαλωμένο παντελόνι του, που διαρκώς του έπεφτε και στράφηκε ανατολικά προς τη μεριά της Ακρόπολης (Είναι παράξενο, μα σ’ όποιον κεντρικό δρόμο και να βρεθείς στην Αθήνα, πάντα το βλέμμα στρέφεται στην Ακρόπολη).
Παρατήρησε αίφνης μια κινητικότητα πάνω στο βράχο και τότε πρόσεξε πως η Ελληνική σημαία κατέβαινε αργά και σταθερά από τον ιστό της. Το παιδί έβαλε την παλάμη του στο μέτωπό του. Ο ήλιος τον τύφλωνε και δεν μπορούσε να δει καθαρά… Ήταν άνθρωποι συγκεντρωμένοι, εκεί ακριβώς στο πιο ψηλό σημείο, στη θέση Καλλιθέα.
– Ώστε ήρθαν λοιπόν. Κι αυτός χαμπάρι δεν πήρε!
***
Χμ, ναι. Οι Γερμανοί φτάνουν πάντα στην ώρα τους.
Ο λοχαγός Γιάκομπι μ’ ένα απόσπασμα στις 8.45 π.μ. ανέβηκε στην Ακρόπολη, για να υψώσει τη σβάστικα.
Ο Έλληνας φρουρός της σημαίας περίμενε στη θέση του ακίνητος.
Ο Γιάκομπι έκανε ένα νεύμα, να γίνει υποστολή.
Ο Έλληνας φρουρός συνέχισε να παραμένει ακίνητος. Εκνευρισμένος ο Γιάκομπι –η ώρα περνούσε και ήθελε να βγάλει φωτογραφίες στον Παρθενώνα, για να τις στείλει στη Γερμανία, να τον καμαρώσει (!) η γυναίκα του κι η πεθερά του- διέταξε ένα Γερμανό στρατιώτη να την κατεβάσει. Αυτός πράγματι το έκανε. Ύστερα δίπλωσε προσεχτικά τη σημαία και πολύ «ιπποτικά» την παρέδωσε στον Έλληνα φρουρό.
Ο Έλληνας πάντα σιωπηλός, γύρισε απότομα και πήδηξε πάνω στο στηθαίο! Άνοιξε τη σημαία, σκέπασε μ’ αυτή την πλάτη του σαν νάχε φτερά κι έπεσε στο κενό.
***
Ο 11χρονος τον είδε να γκρεμοτσακίζεται στα βράχια! Ασυναίσθητα έκανε να τρέξει προς εκείνο το μέρος… μα τα πόδια του δεν τον βαστούσαν.
Μια γυναίκα άρχισε να στριγγλίζει και 2-3 άνθρωποι έτρεξαν προς τα εκεί.
Ο μικρός βιοπαλαιστής δεν είχε κουράγιο να κάνει τίποτα. Έσκυψε και μάζεψε τα τσιγάρα, που από την ταραχή του είχαν σκορπιστεί στο δρόμο και τράβηξε για το σπίτι του στο Θησείο.
Ο πρώτος που έφτασε στο σημείο της πτώσης, ήταν ο παγοπώλης της γειτονιάς. Έπιασε προσεχτικά το άψυχο κορμί και το γύρισε ανάσκελα.
Ο νεαρός άντρας είχε τόσο κακοποιηθεί από την πρόσκρουση στα βράχια που πρόσωπο πλέον δεν υπήρχε, μονάχα αίματα… Όσοι πλησίασαν κοντά σταυροκοπήθηκαν!
– Ποια νάναι άραγε η δόλια η μάνα του; είπε μια γυναίκα.
Ο παγοπώλης έψαξε τις τσέπες του. Δεν υπήρχε πορτοφόλι, μήτε χαρτιά. Ένα μόνο τσαλακωμένο ταχυδρομικό δελτάριο που έγραφε: Κώστας Κουκίδης.
Τι θα κάνουμε; Τι θα κάνουμε;
– Φέρε παιδί μου το καρότσι, είπε ο παγοπώλης στο γιο του.
Το 16χρονο παιδί έφερε το ξύλινο καρότσι που κουβαλούσαν τον πάγο. Μια γειτόνισσα έτρεξε κι έφερε μια κουβέρτα.
Με προσοχή τον έβαλαν μέσα στο καρότσι και τον σκέπασαν με την κουβέρτα.
– Εσύ μείνε σπίτι, είπε ο παγοπώλης στο παιδί και κίνησε τον κατήφορο για το Α’ νεκροταφείο.
– Άσχημα ξεκινήσαμε, σκέφτηκε στο δρόμο… Πρώτα οι Γερμανοί, τώρα τούτο το παληκάρι, να βοηθήσει ο Θεός να ξεμπερδέψουμε γρήγορα… Πού νάξερε ο ταλαίπωρος, ότι τον επόμενο χρόνο, το χειμώνα του ’42, θα πέθαινε κι ο ίδιος από την πείνα (ο γιος του επέζησε, έγινε τσαγκάρης και ζούσε μέχρι τα γεράματά του στου Μακρυγιάννη).
***
Ο παπάς στο Α’ νεκροταφείο είχε ένα λάκκο ανοιχτό σε μια απόμερη γωνιά του νεκροταφείου… Είπε και δυο λόγια τυπικά για το κατευόδιο και με συνοπτικές διαδικασίες τον έθαψαν.
Κανείς δεν τον αναζήτησε ποτέ. Η μάνα του η κυρά – Φωτεινή, που είχε έρθει πρόσφυγας το 1919, όταν έμαθε το μαντάτο, έχασε τα λογικά της… Έβγαινε στους δρόμους και τον έψαχνε. Έψαχνε τον «Κωνσταντά της», όπως τον έλεγε χαϊδευτικά. Έφτανε μέχρι τον Πειραιά… Εκεί κάποια μέρα τη χτύπησε ένα γκαζοζέν και την άφησε στον τόπο.
***
Την ώρα που «όλα τάσκιαζε η φοβέρα» ποιος θα έψαχνε τον Κουκίδη και γιατί;
Κι όμως τίποτα δεν συμβαίνει χωρίς λόγο. Το ίδιο απόγευμα, ένας θαρραλέος ιεράρχης, κάθεται να γράψει το ημερολόγιό του.
Πρόκειται για τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο.
Ο Χρύσανθος ήταν Ποντιακής καταγωγής. Απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και στη συνέχεια απόφοιτος των καλύτερων Γερμανικών πανεπιστημίων. Ο Χρύσανθος δεν φοβήθηκε ποτέ τους Γερμανούς!
Δεν τους «υπηρέτησε» και αρνήθηκε κατηγορηματικά να ορκίσει την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου.
Ήταν ο Αρχιεπίσκοπος του μεγάλου «ΟΧΙ».
Άνθρωπος σχολαστικός κι ακριβολόγος, δεν θα κατέγραφε σε καμιά περίπτωση μια ανακρίβεια ή ένα ψέμα ή ένα ανύπαρκτο γεγονός.
Κατέγραψε λοιπόν το συμβάν, που εξελίχτηκε στην Ακρόπολη και βλέποντας από το παράθυρο της Αρχιπισκοπής τη Γερμανική σημαία υψωμένη… έκλεισε το ημερολόγιο του γράφοντος: «Είμαι περίλυπος μέχρι θανάτου».

Ο αστικός μύθος του Κώστα Κουκίδη
Η ύπαρξη του Κώστα Κουκίδη τυπικά δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ.
Εκείνη την περίοδο δεν υπήρξε στρατιώτης μ’ αυτό το όνομα. Δεν βρέθηκε ούτε στα ληξιαρχεία, ούτε στα νεκροταφεία, ούτε στα νεκροτομεία. Η έρευνα από το Δ.Ι.Σ. (Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού) δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα.
Το περίπεργο όμως είναι, πως όσο περνάει ο καιρός, αντί να ξεθωριάζει αυτός ο αστικός μύθος για τον «επινοημένο ήρωα» Κουκίδη, εν τούτοις διαρκώς επανέρχεται και διαρκώς επαναπροσδιορίζεται, τόσο στην μνήμη μας, όσο και στην ανάγκη μας, να υποβοηθούμε, το πολλάκις δοκιμαζόμενο ηθικό μας.
Αυτή την ανάγκη τη διέγνωσε, ως φαίνεται, ο Αβραμόπουλος κι έφτιαξε προς τιμήν του μια αναθηματική στήλη κάτω από την Ακρόπολη. Είναι δε τόσο διακριτική και ταπεινή, που μοιάζει να υπογραμμίζει από μόνη της, πως ο Κουκίδης μπορεί να υπήρξε, μπορεί και να επινοήθηκε…
Αν συμβαίνει το δεύτερο, τότε θα πρέπει να πιστέψουμε πως κάποιοι Αθηναίοι (κάτοικοι της Πλάκας, περαστικοί, μεροκαματιάρηδες…) εκείνη τη μέρα της 27ης Απριλίου, έπαθαν ομαδική παράκρουση (!) και είδαν τον Κουκίδη να πέφτει από την Ακρόπολη.
Κάτι ανάλογο φαίνεται συνέβη και στον Αρχιεπίσκοπο, που το ίδιο κιόλας απόγευμα κατέγραψε το γεγονός στο ημερολόγιό του.
Ο Κουκίδης ήταν στο σωστό μέρος, στη σωστή στιγμή.
Επινοημένος ή όχι, δεν έχει σημασία. Ο συμβολισμός παραμένει ίδιος: Η σημαία δεν υποστέλεται. Ούτε στον πόλεμο. Ούτε στη ζωή.

Jennysiam57@mail.com

 

Βιβλιογραφία: ΟΓΔΟΝΤΑ ΣΕΛΙΔΕΣ – ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ 1940-41 του Γ. Θ. ΘΩΜΑΪΔΗ, Εκδόσεις ΑΕΤΟΣ Α.Ε. ΑΘΗΝΑΙ 1947.

Ο Θωμαΐδης γράφει:
…Στην Ακρόπολι κατεβάζεται βίαια η Ελληνική σημαία. Ο τσολιάς φρουρός της τυλίγει το κορμί του με τα γαλάζια χρώματά της και πέφτει μαζί της κάτου στο βράχο. Οι Γερμανοί μένουν κατάπληχτοι, οι αιώνες στέκονται σε προσοχή. Πηγαίντε να ιδείτε το μέρος που έπεσε ο τσολιάς με τη σημαία. Δεν θα διακρίνετε τίποτα. Η δάφνη που φύτρωσε από κείνη τη στιγμή, έχει σκεπάσει τον ιερό βράχο.

Μοιράσου αυτή την ανάρτηση